Η αξιολόγηση έκλεισε – ζήτω η επιτροπεία

6+1 παρατηρήσεις για την συγκυρία και το από εδώ και πέρα

1. Σκληρός νεοφιλελευθερισμός, πέραν πάσης αμφιβολίας…

Τις τελευταίες εβδομάδες επιβεβαιώθηκε ότι ο κύκλος των εκβιασμών (από τους δανειστές) και των υποχωρήσεων (από την κυβέρνηση) συνεχίζεται και θα συνεχίζεται. Προκειμένου λοιπόν να κλείσει η αξιολόγηση, και σε συνέχεια της περσινής υπογραφής του Μνημονίου, η κυβέρνηση πέρασε από τη Βουλή μια σειρά από μέτρα που δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας για τις κατευθύνσεις και το «μείγμα» της πολιτικής της – κι αυτό, παρά τις διαβεβαιώσεις των κυβερνώντων ότι επρόκειτο για «το καλύτερο δυνατό στις δεδομένες συνθήκες».

Καθώς λοιπόν εκβιασμοί και υποχωρήσεις συνεχίζονται, η μέριμνα για το δημόσιο συμφέρον υποχωρεί και θα υποχωρεί, κεκτημένα δικαιώματα (εργασιακά, κοινωνικά, ατομικά) ακυρώνονται και θα ακυρώνονται, με την κυβέρνηση να εμμένει στην πολιτική των μνημονίων, δηλαδή τη λιτότητα και τον επιθετικό νεοφιλελευθερισμό. Το «παράλληλο πρόγραμμα» που ευαγγελίζεται η ίδια, τίποτα δεν αμφισβητεί από τα παραπάνω· ως τώρα δε, περισσότερο υπόσχεση αποτελεί – πάντως σε καμία περίπτωση υλική δέσμευση.

Μια επισκόπηση των πρόσφατων μέτρων είναι αρκετή: Ασφαλιστικό με περικοπές από χτες, από σήμερα, και κυρίως αύριο· φορολογικό με κοινωνικά επώδυνες ρυθμίσεις· αύξηση των έμμεσων φόρων από 1η Ιουνίου και 1η Ιουλίου σε προϊόντα λαϊκής κατανάλωσης (μπύρα, καφές, τσιγάρα, σταθερή τηλεφωνία και συνδρομητική τηλεόραση)· αύξηση του ΦΠΑ από 23 σε 24% και κατάργηση του ειδικού καθεστώτος σε 11 νησιά· φόρος διαμονής από την 1η Ιανουαρίου· πώληση φαρμάκων στα σούπερ μάρκετ· ανεξαρτητοποίηση της Γενικής Γραμματείας Εσόδων· Ταμείο «αξιοποίησης» για 99 χρόνια της δημόσιας περιουσίας, με εποπτικό συμβούλιο ορισμένο απευθείας ή με τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών· πώληση των κόκκινων δανείων, με μερική προστασία, για ορισμένο χρόνο, της πρώτης κατοικίας. Και βέβαια, ο μηχανισμός περικοπών δαπανών, που θα ενεργοποιείται αυτόματα στο διηνεκές όταν δεν πιάνονται οι στόχοι – ένα μέτρο-πρόταση της κυβέρνησης, όπως συχνά η ίδια περηφανεύεται, προκειμένου να γλιτώσουμε τα ακόμα χειρότερα.  Ποια χειρότερα αποτρέπονται; Από το μηχανισμό δεν εξαιρούνται μισθοί και συντάξεις, όπως υπόσχονταν οι κυβερνώντες – ούτε καν τα κονδύλια του προϋπολογισμού για την Παιδεία. Σε αυτά, δε, πρέπει να προστεθούν τα «συμπληρώματα» που οι κυβερνώντες αποδέχτηκαν στο τελευταίο Eurogroup, και που αφορούν κόκκινα δάνεια, ιδιωτικοποιήσεις και ασφαλιστικό.

Όλα τα προαναφερθέντα, και ειδικά το υπερταμείο και ο κόφτης, δεν αποτελούν ένα ακόμα πακέτο μέτρων. Συνιστούν μια βαθιά τομή, σφραγίζοντας μια μακρά περίοδο μνημονιακής «κανονικότητας». Και την ίδια στιγμή, συστήνουν ένα νέο υπόδειγμα βιοπολιτικής και παραγωγής διαρκούς ανασφάλειας: κάθε Απρίλη, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι θα αγωνιούν αν πιάστηκαν τα επιδιωκόμενα πλεονάσματα, για να ξέρουν αν θα περικοπεί περαιτέρω ο μισθός και η σύνταξή τους. 

2. Το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας για τα επόμενα 99 (μόνο!) χρόνια

Κεντρικό ρόλο στο τελευταίο κρεσέντο νεοφιλελευθερισμού έχει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Η κυβερνητική πλειοψηφία δεν υλοποίησε απλώς μια «μνημονιακή δέσμευση», αλλά ένα διαχρονικό αίτημα του εγχώριου και διεθνούς κεφαλαίου, δημιουργώντας ένα υπερταμείο στο όποιο εντάσσεται ή πρόκειται να ενταχθεί όλη σχεδόν η δημόσια περιουσία, ώστε να «αξιοποιηθεί», δηλαδή να ιδιωτικοποιηθεί.

Σε θεσμικό επίπεδο, το νέο υπερταμείο εποπτεύεται από ένα συμβούλιο που ορίζει και ανακαλεί τον πρόεδρο, τον διευθύνοντα σύμβουλο και συνολικά το ΔΣ – πρακτικά, δηλαδή, έχει τον απόλυτο έλεγχο των αποφάσεων. Το συμβούλιο είναι πενταμελές, με τα τρία μέλη να διορίζονται από το υπουργείο των Οικονομικών, αλλά να εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ESM, ενώ δύο (μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος) ορίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ESM,  με τη σύμφωνη γνώμη του υπουργού Οικονομικών. Με θεσμικούς λοιπόν όρους, το ελληνικό κράτος χάνει τον έλεγχο της δημόσιας ιδιοκτησίας και παραχωρεί τη σχετική αρμοδιότητα στους μηχανισμούς της ΕΕ. Παράλληλα, το ίδιο δεσμεύεται ότι τα μισά έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις (βλ. «αξιοποίηση») θα κατευθύνονται στην ΕΚΤ για την αποπληρωμή του χρέους. Θεσμικά, λοιπόν, κάθε δυνατότητα λαϊκού ελέγχου των κινήσεων του ταμείου εκμηδενίζεται: τίποτα δεν χρειάζεται να μπαίνει σε καθεστώς διαβούλευσης με την κοινωνία, ούτε καν να εγκρίνεται από τη Βουλή.

Τι σημαίνει, όμως, «αξιοποίηση»; Το πρόσφατο παρελθόν, με την πώληση του λιμανιού του Πειραιά στην Cosco και των περιφερειακών αεροδρομίων στην Fraport, είναι αποκαλυπτικό: μηδαμινό ή και καθόλου αντίτιμο για τα δημόσια ταμεία, υφαρπαγή του περιβάλλοντος, της γης και των φυσικών πόρων, μείωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, αύξηση του κόστους πρόσβασης στα δημόσια αγαθά και επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων.

3. Είναι το περιεχόμενο, αλλά είναι και ο τρόπος

Πολλά από τα μέτρα, όπως και οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις, είναι ανάλγητα, άδικα ή και παντελώς αναποτελεσματικά για τους στόχους που υποτίθεται ότι εκπληρώνουν· στο σύνολό τους δε, μας εγκλωβίζουν σε μια πολιτική μόνιμης λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης. Η υποστήριξη, ωστόσο, αυτού του νεοφιλελεύθερου εξτρεμισμού με ψέματα ή επιχειρήματα απλώς αδιανόητα, γελοιοποιεί την κυβέρνηση και φανερώνει τη θέληση βουλευτών και υπουργών να μείνουν στην εξουσία όσο περισσότερο γίνεται, αδιαφορώντας για το περιεχόμενο της πολιτικής που υλοποιούν.

Αυτό δείχνει και ο τρόπος που πέρασαν αυτά τα μέτρα, θυμίζοντάς μας τις λαμπρότερες στιγμές του ένδοξου μνημονιακού παρελθόντος: Καταφανώς προπαγανδιστικά δημοσιεύματα και ψεύδη, κρυφές διατάξεις που αποκαλύπτονται έπειτα από μέρες, κατεπείγουσα κοινοβουλευτική διαδικασία με δεκάδες τροπολογίες της τελευταίας στιγμής, ειδικά μέτρα ασφαλείας, ψηφοφορίες την Κυριακή, επιχείρηση εκκαθάρισης της πλατείας Συντάγματος κατά την ψήφιση του ασφαλιστικού και του φορολογικού, ωμή καταστολή και τραυματισμοί διαδηλωτών, εθιμοτυπικές ΕΔΕ. Κι αυτά, ενόψει νέας ψηφοφορίας, με ανάλογες διαδικασίες, ενός πολυνομοσχεδίου χιλιάδων σελίδων που διαβάζονται, συζητιούνται και ψηφίζονται …σε 4 μέρες!

4. Από τον εκβιασμό στην απόλυτη υιοθέτηση: ένα «success story» δρόμος

Αν όλα τα παραπάνω αποτελούν καθιερωμένη πλέον μέθοδο άσκησης πολιτικής σε εποχές μνημονίου, κανένα από τα πεπραγμένα της κυβέρνησης δεν θυμίζει τόσο τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις, όσο οι πανηγυρισμοί και το πλασάρισμα του νέου κάθε φορά «success story», συνήθως πάνω από έναν αγωγό φυσικού αερίου…

Είναι γι’ αυτό που μοιάζουν κενές περιεχομένου

  • οι νέες υποσχέσεις για έξοδο από την επιτροπεία – ακριβώς τη στιγμή που υιοθετείται ο μόνιμος αυτόματος μηχανισμός περικοπής δαπανών
  • η επαγγελία της ανάπτυξης και της δίκαιης κατανομής του πλούτου που θα παραχθεί – όταν υιοθετούνται σκληρά «οριζόντια» μέτρα
  • οι δεσμεύσεις για προστασία της δημόσιας περιουσίας και για επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων – ενώ εγκρίνεται η λειτουργία του «υπερταμείου», οι ιδιωτικοποιήσεις τίθενται ως προαπαιτούμενα και η ατζέντα της επόμενης αξιολόγησης περιλαμβάνει ομαδικές απολύσεις
  • η ρητορεία περί «άλλου μοντέλου οικονομίας» – ενώ στην πραγματικότητα εντείνεται η εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών και το περιβάλλον θυσιάζεται στο βωμό των επενδύσεων.

Είναι στα συμφραζόμενα αυτά που η περηφάνια για τη συμφωνία ακυρώνει στην πράξη κάθε επιχείρημα περί εκβιασμών: το διεθνές «Τhis is a coup» του περασμένου καλοκαιριού παραδίδεται στη λήθη, και η κυβέρνηση αναβαπτίζεται, αναλαμβάνοντας η ίδια την ιδιοκτησία του μνημονίου. Η κοινή λογική λέει ότι όποιος εκβιάζεται έστω και κατ’ ελάχιστον, δεν πανηγυρίζει για τη θεσμοθέτηση του εκβιασμού.

5. Μα οι πανηγυρισμοί ήταν για τη ρύθμιση του χρέους…

Το βασικό κυβερνητικό αφήγημα εδώ και καιρό ήταν πως όλες αυτές οι θυσίες έχουν νόημα: ναι μεν έπρεπε και πρέπει να περιοριστούν (ας όψονται οι συσχετισμοί…), όμως θα οδηγήσουν στην πολυπόθητη διευθέτηση του χρέους. Ακριβώς λόγω των συσχετισμών, ωστόσο, οι υπέρμαχοι της πάση θυσία παραμονής του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση διαψεύδονται και εδώ. Η ασαφής και μη ποσοτικοποιημένη λύση που περιγράφεται στην τελευταία απόφαση του Eurogroup, μια λύση που περνά από τρία στάδια και αποκλείει κάθε σκέψη και για την ελάχιστη διαγραφή, εξαρτάται από την εφαρμογή μιας πολιτικής αυστηρής επιτήρησης, ακολουθούμενης εις το διηνεκές. Το αντίστοιχο της πολιτικής αυτής βρίσκεται στον 19ο αιώνα και την περίοδο του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

Σε ό,τι αφορά το χρέος, το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν αν κάποτε θα ρυθμίζονταν οι όροι της αποπληρωμής· με τόσο γενικούς όρους, αυτό ήταν βέβαιο. Το ζήτημα ήταν (και είναι) το κόστος της μιας ή της άλλης ρύθμισης και οι προοπτικές που αυτή θα δημιουργούσε.

Από πλευράς ΔΝΤ, λοιπόν, η «γραμμή» ήταν ανέκαθεν ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και πρέπει να βρεθεί τρόπος ώστε να γίνει (πράγμα διαφορετικό από τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του)· γι’ αυτό, λοιπόν, θα έπρεπε να ακολουθήσουν μια σειρά από αδιανόητες μεταρρυθμίσεις. Από την άλλη πλευρά, και με προεξάρχουσα τη Γερμανία, οι Ευρωπαίοι δυσκολεύονταν να μιλήσουν για το χρέος, και κυρίως, να φέρουν μια πρόταση ευνοϊκή για την Ελλάδα στα εθνικά κοινοβούλια· η λογική, εδώ, ήταν ότι θα έπρεπε να προηγηθούν οι μεταρρυθμίσεις – και η όποια πρόταση για το χρέος να έρθει μετά.

Ως γνωστόν, όταν παλεύουν τα βουβάλια, την πληρώνουν τα βατράχια: αφού ολοκληρώθηκε η μετάλλαξη της ελληνικής κυβέρνησης, και αφού η ίδια υιοθέτησε μέτρα «παραδειγματισμού» για όποιον σκεφτεί στο εξής να αμφισβητήσει το κυρίαρχο δόγμα, φαίνεται πως στη Σύνοδο της Ουάσιγκτον επιτεύχθηκε ένας συμβιβασμός Ευρωζώνης και ΔΝΤ, επώδυνος για τη χώρα μας: συνέχιση του σκληρού προγράμματος εσαεί, με ακόμα πιο στενή εποπτεία για την ελληνική οικονομία, και βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του χρέους, με τη βασική διευθέτηση να μεταφέρεται μετά το 2018.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κόφτης δαπανών, τα τερατώδη πλεονάσματα και η ασφυκτική εποπτεία διασφαλίζουν ότι η όποια εξομάλυνση ή επιμήκυνση στην αποπληρωμή του χρέους, ακόμα και η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από την ύφεση, θα συνοδεύονται από πολλή φτώχεια, τεράστιες ανισότητες, εκτεταμένη εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών και καταστροφή μοναδικών τόπων φυσικής ομορφιάς. Πρόκειται για την εμπέδωση ενός καθεστώτος ακραίου νεοφιλελευθερισμού, την ιδιοκτησία του οποίου έχει απολύτως η ελληνική κυβέρνηση. Το γεγονός δε ότι αυτά επενδύονται με αριστερή-ταξική φρασεολογία, δίνει στο εκτυλισσόμενο δράμα έναν τόνο παρωδίας.

6. Μια νέα Ευρώπη, ακόμα χειρότερη

Οι προαναφερθείσες εξελίξεις, συγκρινόμενες με την κεντρική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει την Ευρώπη, το δείχνουν πέρα από κάθε αμφιβολία: με την εξαίρεση επιμέρους εκλογικών αποτελεσμάτων, η Ευρώπη αλλάζει πράγματι – αλλά προς το χειρότερο.

Η κεντρική αντιμετώπιση του προσφυγικού, μετά και τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, μας γυρίζει, σε επίπεδο δικαιωμάτων, πίσω από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Την ίδια στιγμή, ακροδεξιά κόμματα παρουσιάζουν όλο και συχνότερα εντυπωσιακές εκλογικές καταγραφές, με πιο πρόσφατη τη διεκδίκηση της προεδρίας της Αυστρίας από τον ακροδεξιό Χόφερ, με ποσοστό κοντά στο 50%. Στον αντίποδα, η Αριστερά ενσωματώνεται σε ένα σχέδιο συγκυβερνήσεων με τη διεφθαρμένη και παρηκμασμένη σοσιαλδημοκρατία, χωρίς να καταφέρνει να αμφισβητεί το κυρίαρχο δόγμα πέρα από ανέξοδες φανφάρες, τη στιγμή που ο έλεγχος των ελίτ πάνω στις εθνικές οικονομίες γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός. Στην περίπτωση του χρέους και της θεσμοθέτησης του «κόφτη», η Ελλάδα έχει το θλιβερό προνόμιο ο ΣΥΡΙΖΑ να δοκιμάζει πρώτος, να ψηφίζει και να πανηγυρίζει ένα δυνητικό υπόδειγμα για τη νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έτσι, στη νέα συγκυρία φαίνεται να εγκαθιδρύεται ένα καθεστώς όπου οι ισχυρές χώρες επιβάλλουν κανόνες, εγκρίνουν ακόμα και μόνιμες αποκλίσεις για τον εαυτό τους και μοιράζουν ποινές για τις «απείθαρχες» χώρες της περιφέρειας προς παραδειγματισμό, διαμορφώνοντας μια νέα γεωμετρία για την Ευρώπη, στη βάση της πειθάρχησης/υπακοής. Η δημοσιονομική πολιτική εξειδικεύεται πλήρως και αφιερώνεται αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ η όποια αναπτυξιακή προοπτική εγκλωβίζεται στην ευκαιριακή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Με διαφορετική διατύπωση: ο νεοφιλελευθερισμός των κινήτρων ανταγωνιστικότητας φαίνεται να αποχωρεί και να αφήνει τη θέση του στο νεοφιλελευθερισμό της πειθαρχίας, της παρακολούθησης των στόχων και της μονιμοποίησης των διορθωτικών κινήσεων, με σκληρές ποινές να επιβάλλεται όπου χρειάζεται.

Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα να αλλάξουμε

Στις συνθήκες αυτές, η βασική ρητορική της κυβέρνησης περί αποφυγής της αριστερής παρένθεσης μοιάζει άνευ περιεχομένου για τους πολίτες: η δεξιά πολιτική είναι ήδη εδώ. Αυτό δεν σημαίνει πως η επίθεση που δέχεται η κυβέρνηση από τμήματα του κεφαλαίου, της περίφημης διαπλοκής και από τα κυρίαρχα μίντια είναι προσχηματική. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν πρόκειται για διαμάχη μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά περισσότερο για το διαγκωνισμό δυο συστημάτων εξουσίας που, στη μεγάλη εικόνα, κινούνται στο ίδιο πλαίσιο. Η υιοθέτηση της μνημονιακής πολιτικής από τον ΣΥΡΙΖΑ και η επινόηση, με βάση αυτή, ενός νέου «success story» από την πλευρά του, είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την επαναφορά του δεξιού συστήματος εξουσίας. Κι αυτό διότι η πολιτική της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, της γενικευμένης κοινωνικής αδικίας και της κουτσουρεμένης δημοκρατίας νομιμοποιείται ως μονόδρομος. Οι διαφορές περιορίζονται πια σε επιμέρους πτυχές της πολιτικής και σε ζητήματα ικανότητας διαχείρισης.

Ενώ λοιπόν η επίθεση απέναντι στην εργασία, τα δικαιώματα, το περιβάλλον και τη δημόσια περιουσία κλιμακώνεται, μπαίνουμε σε μια μακρά περίοδο χαμηλών προσδοκιών: η απογοήτευση κυριαρχεί, η πολιτικοποίηση οπισθοχωρεί, η αποχή απλώνεται ως πολιτική στάση και η ιδιώτευση, ο ατομικός δρόμος «για να τη βγάλουμε καθαρή», παίρνει κεφάλι. Τα παραπάνω δεν φαίνεται να προβληματίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Ίσως, μάλιστα, το νέο κυβερνητικό προφίλ του να βολεύεται στις νέες συνθήκες. Για την Αριστερά, ωστόσο, αποτελούν συνθήκες που οφείλει να αντιπαλέψει με όλες της τις δυνάμεις, επί ποινή αυτοακύρωσης.  

Έχουμε ξαναπεί ότι η αναμφισβήτητα απογοητευτική μετάλλαξη του κυβερνώντος κόμματος δεν αφορά μόνο όσους πάλεψαν για  χρόνια μέσα από τις γραμμές του ή πίστεψαν και στήριξαν αυτή την πορεία – ούτε  ξεπερνιέται με την ευκολία του αναθέματος της προδοσίας, ή την υπενθύμιση των επιφυλάξεων και των αντιρρήσεων που κάθε συνιστώσα του ανταγωνιστικού κινήματος είχε εκφράσει εκ των προτέρων. Ειδικά μετά το δημοψήφισμα, η ήττα απλώνεται σε όλη την κοινωνία και αφορά την όξυνση, εκ νέου, της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης: την ταύτιση κάθε εκδοχής της Αριστεράς με την αναξιοπιστία.

Οφείλουμε, λοιπόν, τόσο να εξηγήσουμε αυτοκριτικά αυτή την πορεία, όσο και κυρίως να χτίσουμε σήμερα μαζί με την κοινωνία ένα νέο αξιόπιστο σχέδιο, που θα αμφισβητεί τους μονοδρόμους της υποταγής, χωρίς να παραγνωρίζει τις πραγματικές δυσκολίες. Γιατί οι συνθήκες στην Ευρώπη είναι πράγματι εξαιρετικά δύσκολες και οι εξελίξεις άκρως ανησυχητικές· οι συσχετισμοί είναι πράγματι δυσμενείς και η δύναμη ενσωμάτωσης που διαθέτει το σύστημα, αλλά και η έλξη της εξουσίας, πιο ισχυρές από όσο ίσως φανταζόμασταν τη δεκαετία του 2000.

Δεν φτάνει, λοιπόν, απλά ένας λόγος αποδόμησης της κυβερνητικής προπαγάνδας, αλλά ούτε και ένας εσωστρεφής αναστοχασμός, αποκομμένος από το σήμερα και τις ανάγκες. Δεν φτάνει ένας νέος, πιο «ντούρος» αριστερός κυβερνητισμός, αντίστοιχος του ΣΥΡΙΖΑ του 2012, για να πείσει ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς, ούτε όμως και η υποχώρηση στο καταφύγιο της ιδιαίτερης ιδεολογικής μας ταυτότητας και η περιχαράκωση γύρω από αυτή, με όρους φωτισμένης πρωτοπορίας. Και ενώ το δίπολο μνημόνιο/αντιμνημόνιο είναι απολύτως υπαρκτό, όπως και η στάση απέναντι στην Ευρωζώνη και την ΕΕ απολύτως κρίσιμη, η απάντηση σε αυτά, ακόμα και με τον πλέον καθαρό και ριζοσπαστικό τρόπο, επίσης δεν αρκεί για να οικοδομηθεί ένα συλλογικό όραμα για την Αριστερά – τη στιγμή που είναι ζωτικά αναγκαία.

Είναι λοιπόν επείγον, όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς και του κινήματος να κατανοήσουμε την κοινωνική κίνηση, να συνειδητοποιήσουμε τις τραγικές συνθήκες που βρισκόμαστε και να απαντήσουμε από σήμερα από κοινού, τόσο στο επίπεδο του λόγου, χτίζοντας μια εναλλακτική στην κυρίαρχη αφήγηση για το χτες και για το αύριο – όσο, και κυρίως, στο επίπεδο της πράξης και του παραδείγματος: υπερβαίνοντας διαφωνίες χωρίς όμως να τις κρύβουμε κάτω από το χαλί· ενισχύοντας την ώσμωση, τη σύνθεση και κάθε ενωτική κινηματική διαδικασία· ανατάσσοντας το φρόνημα και τη μαχητικότητα του κόσμου της Αριστεράς και της κοινωνίας.

Το παράδειγμα του κατειλημμένου City Plaza και ο πολλαπλασιασμός αντίστοιχων δράσεων, πέρα από την άμεση δράση αλληλεγγύης που απαντά στο αίτημα για αξιοπρεπή φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών, έχει χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εμπέδωση, από την αρχή, συντροφικών σχέσεων, όσο και στην ανάταξη του πληγωμένου ηθικού του κόσμου της Αριστεράς. Αντίστοιχα, η κοινή εκλογική κάθοδος δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς στις φοιτητικές εκλογές αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο ελπιδοφόρα εξέλιξη του τελευταίου διαστήματος στη χώρα. Ως Δικτύωση, δεσμευόμαστε να δουλέψουμε ώστε αυτά τα φωτεινά σημάδια της περιόδου, που συνδέουν τα τεκταινόμενα εδώ με ό,τι ελπιδοφόρο γεννιέται στην εξεγερμένη Γαλλία, να μην αποτελέσουν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα της περιόδου που έρχεται.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s