Ανοιχτή πρόταση: προς μια κοινή συνδιάσκεψη για το μεταβατικό πρόγραμμα και τις εναλλακτικές

Πριν λίγες μέρες στείλαμε την πρόταση μας για τη διαμόρφωση μιας διαδικασίας διαλόγου γύρω από τις εναλλακτικές απέναντι στο Μνημόνιο και το δόγμα TINA, γύρω δηλαδή από ένα κοινό μεταβατικό πρόγραμμα των δυνάμεων της εργασίας και των κινημάτων, το οποίο να μπορεί να αντιπαρατεθεί με αξιώσεις απέναντι στο κοινό καταστροφικό και ακραία νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της κυβέρνησης, της ΕΕ και του κεφαλαίου.

Γνωρίζουμε ότι τέτοιες εναλλακτικές δεν μπορούν να προέρχονται από τα πάνω, από πολιτικά ή –ακόμα περισσότερο– ακαδημαϊκά επιτελεία. Οι μόνες ρεαλιστικές διεκδικήσεις και κατ’ επέκταση το μόνο ρεαλιστικό εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο θα είναι αυτό που θα πηγάσει μέσα από τον ίδιο τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Αυτό ωστόσο δεν απαλλάσσει την πολιτική Αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα από την ευθύνη να επεξεργάζονται ήδη, σε ενεστώτα χρόνο, τις στρατηγικές διεξόδους που μπορούν να αντιπαραθέσουν στις κυρίαρχες πολιτικές.

Με αυτό το κάλεσμα, δεν προτείνουμε τη συγκρότηση ενός κοινωνικού ή πολιτικού μετώπου, το οποίο απαιτεί και προϋποθέτει ένα ορισμένο πολιτικό πλαίσιο· το αντίστροφο, επιδιώκουμε μία ανοιχτή πολιτική συζήτηση γύρω από το ποιο είναι αυτό το πολιτικό πλαίσιο που θα επέτρεπε τη δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου ή όποιου άλλου αποτελεσματικού ανατρεπτικού εγχειρήματος.

Πιστεύουμε πως το καθήκον της επεξεργασίας ενός τέτοιου συνεκτικού προγράμματος, ως πολιτικού εργαλείου για την εμβάθυνση της ταξικής πάλης, δεν μπορεί να αναληφθεί από καμία πολιτική δύναμη καθεαυτή, ούτε φυσικά από κάποιο επιμέρους κίνημα. Άλλωστε, για να είναι αποτελεσματική και να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή επίδραση στους αγώνες, η επεξεργασία αυτή θα πρέπει να γίνει μέσα από μία ανοιχτή διαδικασία, η οποία να περιλαμβάνει τις ευρύτερες δυνατές κοινωνικές δυνάμεις, κάτι που σίγουρα δεν μπορεί να εξασφαλίσει μόνος του κανένας χώρος σήμερα.

H πρόταση απευθύνεται σε όλα τα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας, όλα τα οργανωμένα κοινωνικά κινήματα, τα πρωτοβάθμια σωματεία, τα συνδικαλιστικά σχήματα, τις συνελεύσεις και τις επιτροπές γειτονιάς, τις αυτόνομες δομές έμπρακτης αλληλεγγύης, τις συνεταιριστικές δομές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όλες δηλαδή τις μορφές που πήρε αυτά τα χρόνια ο κοινωνικός ανταγωνισμός, και προφανώς όλη τη ριζοσπαστική πολιτική Αριστερά από την οποία και ξεκινάμε.

Η πρόταση ήδη έχει σταλεί προς την Ανασύνθεση – Οργάνωση Νεολαίας Ριζοσπαστικής Αριστεράς, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις συνιστώσες της, την Αριστερή Ριζοσπαστική Κίνηση – ΑΡΚ, το Δίκτυο για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, το ΚΚΕ (μ-λ), το Μ-Λ ΚΚΕ, την Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδος – ΚΟΕ, την ΛΑΕ και τις συνιστώσες της, το Ξεκίνημα και την ΟΚΔΕ-Εργατική πάλη.

Ελπίζουμε πως με την συμβολή όλων, θα μπορέσουμε να αλλάξουμε τόσο το κλίμα στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής Αριστεράς, όσο και στην σχέση μας με την κοινωνία, υπερβαίνοντας την απογοήτευση, σπάζοντας τους μονόδρομους και ανοίγοντας ξανά μέσα από το διάλογο νέες προοπτικές για το ανταγωνιστικό κίνημα.

Αθήνα 23/11/2016
Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά

Παγκόσμια κρίση, εμπόλεμη Ευρώπη, Νέα Αριστερά. Η «Δικτύωση» για τη συγκυρία

Διανύοντας ήδη τον ένατο χρόνο της, η παγκόσμια κρίση είναι πια καθεστώς. Αυτό δείχνουν, μεταξύ άλλων, η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας, που στηρίχτηκε για χρόνια στη φτηνή εργασία· οι 637 αποτυχημένες παρεμβάσεις κεντρικών τραπεζών με στόχο την τόνωση της ρευστότητας μέσω ακόμα φθηνότερου δανεισμού· και, μόλις πρόσφατα, η πρόσφατη υπαγωγή της «υπεράνω υποψίας» Φινλανδίας σε μνημονιακό πρόγραμμα.

Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, βασική παράμετρος της οποίας είναι η αιματηρή υπερεθνική δράση του τζιχαντισμού, μεταφέρεται στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Υποχωρώντας στη Συρία, το ISIS συνεχίζει το «διμέτωπο», ως ένοπλος θρησκευτικός αντιδυτικισμός, και ταυτόχρονα, ως ενδομουσουλμανικός εμφύλιος. Ό,τι δίνει λοιπόν τον τόνο στη διεθνή συγκυρία δεν είναι οι ειρηνευτικές συνομιλίες της Γενεύης για την κατάπαυση πυρός στη Συρία ή η προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας και Ιράν απέναντι στο Ισλαμικό Κράτος, αλλά οι επιθέσεις του τελευταίου σε Βρυξέλλες και Βαγδάτη, καθώς και των πρώην υποστηρικτών του Ταλιμπάν στη Λαχόρη. Είναι, επίσης, ο αιματηρός αυταρχισμός του Ερντογάν εναντίον κούρδων και τούρκων αντικαθεστωτικών. Είναι οι εξελίξεις στο προσφυγικό, που ακυρώνουν τη Σύμβαση της Γενεύης, δοκιμάζουν τη συνοχή της Ε.Ε. και αναβαθμίζουν την Τουρκία. Είναι, σε κάθε περίπτωση, η συντηρητική μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού σε ΗΠΑ και Ευρώπη, που δίνει περισσότερο έδαφος στην ανερχόμενη Ακροδεξιά.

Με τη θερινή συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα να αποδυναμώνει αντικειμενικά την ευρωπαϊκή Αριστερά, το αίτημα ακόμα και για «ήπια» λιτότητα δοκιμάζεται από την αμείωτη (πλην απολύτως προβλέψιμη…) επιθετικότητα των ευρωπαϊκών «θεσμών» και του ΔΝΤ, τόσο απέναντι στην αναξιόπιστη ελληνική κυβέρνηση, όσο και απέναντι στη συγκυβέρνηση Σοσιαλιστών-Αριστεράς στην Πορτογαλία. Την ίδια επιθετικότητα αντικατοπτρίζει, ωστόσο, και η απόπειρα της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης Ολάντ να ξηλώσει τη γαλλική εργατική νομοθεσία – προσπάθεια που για την ώρα αποτυγχάνει, χάρη στην κινητοποίηση των εργατικών συνδικάτων και της νεολαίας.

  1. Παγκόσμια κρίση και «συστημικές» συνταγές υπέρβασης

Μέχρι πέρσι, το συνώνυμο της παγκόσμιας κρίσης ήταν ο συνδυασμός «χαμηλή ανάπτυξη, χαμηλός πληθωρισμός και χαμηλά επιτόκια δανεισμού». Στο συνδυασμό αυτό έρχεται να προστεθεί σήμερα η μείωση της τιμής του πετρελαίου (καθώς η παραγωγή υπερκαλύπτει τη ζήτηση) και η ύφεση στις αναδυόμενες αγορές, με πρώτη την Κίνα. Oι φετινές προβλέψεις του ΟΟΣΑ για το 2016 κάνουν λόγο για ρυθμούς ανάπτυξης 2% στις ΗΠΑ (από 2,5% το 2015), 1,4% στην Ευρωζώνη (από 1,8%), 1,3% στη Γερμανία (από 1,8%) και 0,8% στην Ιαπωνία (από 1%).

Στα συμφραζόμενα αυτά, 46 κεντρικές τράπεζες (οι 15 φέτος) παρενέβησαν εφαρμόζοντας μέτρα νομισματικής χαλάρωσης (δημιουργία ηλεκτρονικού χρήματος) και μείωσης των επιτοκίων, με σκοπό να αποτραπεί η συσσώρευση κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα και να ενισχυθεί η ρευστότητα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η μείωση, ωστόσο, των επιτοκίων, τάση που καθοδηγεί η ΕΚΤ, εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει υψηλό δημόσιο χρέος και πληθωρισμό, χωρίς να εγγυάται την αντιμετώπιση του «συστημικού» χαρακτήρα της κρίσης, δηλαδή την αποκατάσταση των περιθωρίων κέρδους.

Παρόλα αυτά, τα σενάρια για ανάλογες «έκτακτες» κινήσεις περιλαμβάνουν πλέον και την απευθείας πίστωση λογαριασμών («helicopter money»), που εξετάζει η ΕΚΤ. Πρόκειται για μέτρο από την «εργαλειοθήκη» του νεοφιλελευθερισμού (πρωτοδιατυπώθηκε το 1969 από τον ηγέτη της Σχολής του Σικάγο, Μίλτον Φρίντμαν), που επιδρά στα αποτελέσματα (έλλειψη ρευστότητας), όχι όμως και στις αιτίες της κρίσης.

Βαρόμετρο για την εξέλιξη της παγκόσμιας κρίσης (περισσότερο για τις ΗΠΑ και δευτερευόντως για την Ευρωζώνη) είναι η πορεία της κινεζικής οικονομίας, δεύτερης σε ισχύ διεθνώς. Η Κίνα κατέγραψε πέρσι αρνητικό ρεκόρ μεγέθυνσης 25ετίας (6,9%), βλέποντας επιπλέον το συνολικό δανεισμό (ιδιωτικό και δημόσιο χρέος) στο 250% του ΑΕΠ. Το 2014 οι ρυθμοί αύξησης των μισθών ήταν οι χαμηλότεροι από το 2000, ενώ φέτος η ανεργία ανεβαίνει κοντά στο 5%. Τον περασμένο Ιανουάριο, εξαγωγές και εισαγωγές μειώθηκαν σε διψήφια ποσοστά, ενώ το κινεζικό οικονομικό επιτελείο επιδιώκει τη στροφή από τις εξαγωγές στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης, που θεωρείται ότι θα μειώσει δραματικά τις εξαγωγές χωρών όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Βραζιλία και η Ρωσία, καθώς η ζήτηση από την Κίνα για πρώτες ύλες μειώνεται. Την ίδια στιγμή, το «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα της χώρας, που χρηματοδοτεί την κατασκευή οδικών δικτύων και σιδηροδρόμων, θεωρείται ότι μπορεί να «σκάσει» οποτεδήποτε.

Σε κάθε περίπτωση, κεντρική παράμετρος της διαχείρισης της κρίσης παραμένει η καθήλωση των μισθών, που ακόμα και «συστημικοί» οικονομολόγοι συνδέουν με την απαξίωση των κομμάτων του «Κέντρου» και την άνοδο της Ακροδεξιάς. Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, την περίοδο 1973-2014, μόνο το 15% από την αύξηση της παραγωγικότητας κατευθύνθηκε στην ενίσχυση των μισθών. Η συνθήκη αυτή –σημειωτέον, παρά τη χαμηλή ανεργία (4,9%)–, επέδρασε, μεταξύ άλλων, στη συρρίκνωση των μεσαίων στρωμάτων, που σήμερα εκπροσωπούν το 49,9% του πληθυσμού, έναντι 61% το 1971. Η καθήλωση αυτή δεν «έφερε» επενδύσεις· αντίθετα, αυτές παρέμειναν 20% χαμηλότερα από τις τάσεις προ κρίσης. Απουσία μιας πειστικής υπόσχεσης για ανάπτυξη, ο κοινωνικός δαρβινισμός («να διώξουμε τους περιττούς»), ο προνοιακός σωβινισμός («έξω οι ξένοι από τις κοινωνικές παροχές») και το αίτημα για κράτος ασφάλειας γίνονται σήμα κατατεθέν μιας νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς που διεκδικεί επιρροή σε εργατικά και κατώτερα μεσαία στρώματα.

Αντί να αποξενώνουν την αμερικανική κοινωνία, οι «προτάσεις» του Τραμπ να απελαθούν από τη χώρα όλοι οι μετανάστες χωρίς άδεια παραμονής και να υψωθεί τείχος στα σύνορα με το Μεξικό («σχέδιο» που οι εσωκομματικοί αντίπαλοί του απέρριψαν απλώς ως δαπανηρό και ανεδαφικό…) βρίσκουν ευήκοα ώτα, ιδίως όσο ο ίδιος αυτοπροβάλλεται ως «αντικομφορμιστής», με περιουσία που τον καθιστά «ανεξάρτητο» από χορηγίες δωρητών. Κι αυτό, ενώ στον αντίποδα, την καμπάνια της Χίλαρι Κλίντον στηρίζουν εταιρείες-κολοσσοί (JPMorgan Chase, Goldman Sachs, CitiGroup και Morgan Stanley), ενώ από τη θητεία της ίδιας ως υπουργού επωφελήθηκαν μεγαθήρια όπως η General Electric, η Exxon Mobil, η Microsoft και η Boeing.

Για την αμερικανική Δεξιά, η συνταγή Τραμπ (αντιφορολογία, κράτος ασφάλειας, αντιπολιτική, ισλαμοφοβία, φιλοσιωνισμός) είναι ένας δρόμος φυγής προς τα μπρος, για την ανάκτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ, τόσο μπροστά στη συνεχιζόμενη ύφεση, όσο και την επαύριο διαδοχικών αποτυχιών στον 15ετή «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».

  1. Εμπόλεμη Ευρώπη

Τόσο στις ΗΠΑ του Τραμπ, όσο και κυρίως στην Ευρώπη, η σκλήρυνση της μεταναστευτικής-προσφυγικής πολιτικής και η στρατιωτικοποίηση της «ασφάλειας» αποδεικνύονται αυτά που «ενώνουν»: το προσφορότερο έδαφος επί του οποίου, οι μεν εθνικές κυβερνήσεις διεκδικούν τη νομιμοποίηση που έχασαν μέσα στην κρίση, η δε Ευρωπαϊκή Ένωση την αποκατάσταση της συνοχής της μπροστά σε φυγόκεντρες τάσεις που πληθαίνουν.

Η εμμονή στην εξόφθαλμα αποτυχημένη «αντιτρομοκρατική» πολιτική –είτε με όρους «υπεράσπισης των χριστιανικών αξιών» (παραδοσιακή Δεξιά και Ακροδεξιά), είτε με όρους πολέμου για τις «φιλελεύθερες αξίες της Δύσης» (Κεντροαριστερά)–, και βεβαίως το σφράγισμα των συνόρων (σενάρια για το τέλος της Ζώνης Σένγκεν), δεν είναι χωρίς νόημα για τον αστισμό στην Ευρώπη. Η ανάληψη από το στρατό καθηκόντων της αστυνομίας και οι υπερεξουσίες στους κατασταλτικούς μηχανισμούς δεν απέτρεψαν μεν τη σφαγή στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες μετά το Charlie Hebdo, αποκατέστησαν όμως βραχυπρόθεσμα το αίσθημα ασφάλειας στην αγορά μετά το σοκ, «καταπραΰνοντας» επιπλέον την Ακροδεξιά – αν και μόνο πρόσκαιρα. Η επίκληση του «ισλαμικού κινδύνου» ενοποιεί έναν δυτικό κόσμο κατακερματισμένο όσο ποτέ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δίνοντάς του επιπλέον το πρόσχημα για να ξεμπερδεύει με τη διεθνή προστασία των προσφύγων και τις δαπάνες για την υποστήριξή της: Αφενός, εξωθώντας στα όρια μια πολιτική εξωτερίκευσης των συνόρων της Ε.Ε., που ακολουθείται πάνω από μια δεκαετία· αφετέρου, καταστέλλοντας προληπτικά κάθε αίτημα για την αναγκαία αναδιανομή πόρων που θα στήριζε μια πολιτική υποδοχής και εγκατάστασης. Ως προς αυτή την τελευταία, είναι ενδεικτική η κυνική υπονόμευση ακόμα και του μηδαμινού, σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες, προγράμματος μετεγκετάστασης, το οποίο συμφωνήθηκε το φθινόπωρο σε επίπεδο Ε.Ε. για να ακυρωθεί στην πράξη δύο μήνες μετά.

Η Συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας για το προσφυγικό ολοκληρώνει σήμερα «ιδεωδώς» τις τάσεις αυτές. Αίροντας τις όποιες αποχρώσεις στη στάση των κρατών-μελών, και ιδίως της Γερμανίας –μετά και την ενίσχυση της νεοφιλελεύθερης-ακροδεξιάς «Εναλλακτικής» στις κρατιδιακές εκλογές, που περιορίζει τις κινήσεις της Μέρκελ εντός του κυβερνητικού συνασπισμού–, η συμφωνία επιβεβαιώνει πως οι ευρωπαϊκές ελίτ πολιτεύονται με το βλέμμα στον ανερχόμενο δεξιό εξτρεμισμό – μόνο που αντί να τον οριοθετούν, τον επιβεβαιώνουν. Ακόμα και η Διεθνής Αμνηστία σημειώνει ότι η προβλεπόμενη ανταλλαγή προσφύγων με πρόσφυγες «είναι αποκρουστική», ότι παραβιάζει το διεθνές δίκαιο (καθώς δεν διασφαλίζει την εξατομικευμένη κρίση για τα αιτήματα ασύλου) και ότι η Τουρκία δεν είναι καν πλήρες μέλος της Σύμβασης της Γενεύης, ενώ οι μη-Ευρωπαίοι πρόσφυγες δεν απολαμβάνουν εκεί προστασία αντίστοιχη με αυτή των Σύρων. Παρά την εύλογη κριτική, ωστόσο, η ετερόκλητη ευρω-συμμαχία σοσιαλδημοκρατών, νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών επισημοποιεί με τον πλέον απεχθή τρόπο τη σύμπτωσή της σε μια ατζέντα κοινωνικού δαρβινισμού και κράτους ασφάλειας, ακυρώνοντας έτσι ό,τι απέμεινε από το αντιφασιστικό «κοινωνικό συμβόλαιο» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις τάσεις που προαναφέρθηκαν, ειδικό κεφάλαιο αποτελεί η στάση της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, την οποία κυβερνητικοί κύκλοι στην Ελλάδα θεωρούν προνομιακό σύμμαχο στη μάχη κατά της λιτότητας και της ανόδου της Ακροδεξιάς. Με τον αυστριακό καγκελάριο Φάιμαν να διαψεύδει τις εκτιμήσεις ότι «Ελλάδα, Αυστρία, Γερμανία και Σουηδία βρίσκονται στην ίδια βάρκα στο προσφυγικό» (συντασσόμενος με την ακροδεξιά «Συμμαχία του Βίσενγκραντ»…),  το Ζίγκμαρ Γκάμπριελ του γερμανικού SPD να πιέζει τη Μέρκελ προς την κατεύθυνση της μείωσης των ροών και της απόρριψης αιτήσεων ασύλου από χώρες εκτός Συρίας, Ιράκ και Αφγανιστάν, τη δε Γαλλία του Ολάντ να αντιμετωπίζει τη Λεπέν με τη συνταγή της (κράτος έκτακτης ανάγκης, συνοριακοί έλεγχοι, συμβολή στην ακύρωση του προγράμματος μετεγκατάστασης), η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία απέχει μακράν από τις αισιόδοξες αυτές περιγραφές. Το ίδιο συμβαίνει, βεβαίως, και στο μέτωπο της λιτότητας. Παρά τη δέσμευση των ευρωπαίων Σοσιαλιστών να καταπολεμήσουν τη γερμανική επιθετικότητα, οι επιδόσεις τους στο εσωτερικό των χωρών τους κάθε άλλο παρά ανήκουν σε διαφορετικό παράδειγμα. Πέρα από τους νεοφιλελεύθερους πειραματισμούς του Ολάντ με την εργατική νομοθεσία, ενδεικτικό είναι ότι στην Ιταλία του Ρέντσι, περίπου 1,7 εκατ. εργαζόμενοι έλαβαν πέρσι κάποιου είδους αμοιβή σε κουπόνια· με τις «καινοτομίες» αυτές, οι εργαζόμενοι που δεν έχουν υπογράψει σύμβαση, δεν δικαιούνται άδεια ασθενείας ή διακοπών, ούτε μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα για επίδομα ανεργίας μετά την απόλυση, γίνονται δηλαδή οι εργαζόμενοι που κάθε αφεντικό ονειρεύεται.

Εξαίρεση, για την ώρα, αποτελεί η κυβέρνηση Σοσιαλιστών-Αριστεράς στην Πορτογαλία, αυξάνοντας μέσα σε λίγους μήνες τον κατώτατο μισθό, μειώνοντας τις αυξήσεις φόρων του μνημονίου και  επαναφέροντας τέσσερις καταργημένες δημόσιες αργίες. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντείνει τις πιέσεις για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, λειτουργώντας για πολλοστή φορά όχι ως «θεσμός», αλλά ως παρεμβατική ταξική εξουσία, με σκοπό τη θωράκιση της «νομιμότητας». Η παγίωση, ωστόσο, αυτής της νεοφιλελεύθερης «τάξης» είναι η συνθήκη που σήμερα φέρνει πέντε ανοιχτά ακροδεξιά κόμματα στην κυβέρνηση (Ουγγαρία, Πολωνία, Φινλανδία, Νορβηγία, Ελβετία), άλλα τέσσερα να προηγούνται στην πρόθεση ψήφου ή να έχουν επικρατήσει σε εκλογές «δεύτερης τάξης» (Γαλλία, Ολλανδία, Αυστρία, Βρετανία), και αρκετά ακόμα να βρίσκονται αισίως στη δεύτερη ή την τρίτη θέση (Δανία, Γερμανία, Ιταλία, Ελλάδα, Σουηδία).

  1. Η δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην τελική ευθεία

Στη ρευστή διεθνή συγκυρία, και όντας πια στην έβδομη χρονιά μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης στην Ελλάδα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δείχνει να βρίσκεται στη δύση του βίου της – όχι όμως και στον «επιθανάτιο ρόγχο».

Την πρώτη εκτίμηση επιβεβαιώνουν, σωρευτικά, η εγκατάλειψη του (ετερόκλητου) κοινωνικού μπλοκ του δημοψηφίσματος και η αποδοχή της μνημονιακής λιτότητας ως αναπόδραστης, συνθήκη που μετατοπίζει προς τα δεξιά ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό· η διάψευση, επιπλέον, όλων των κυβερνητικών εξαγγελιών του Σεπτεμβρίου («η Ευρώπη αλλάζει», «η ανάπτυξη έρχεται», «η διαπραγμάτευση για το χρέος πλησιάζει», «παράλληλο πρόγραμμα», «Μνημόνιο με δικαιώματα» κλπ)· η προφανής αδυναμία να κινητοποιηθούν δυνάμεις υπέρ της κυβερνητικής πολιτικής, και συμμετρικά, η αναζήτηση στηριγμάτων στο πολιτικό σύστημα (προς την Ένωση Κέντρου, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ), που στηρίζεται από τους ευρωπαίους Σοσιαλιστές· οι συνδυαζόμενες πιέσεις (από τους δανειστές, την παλιά φρουρά της εγχώριας «διαπλοκής» και πρώην εξασφαλισμένα μεσαία στρώματα), αλλά και από τις αγροτικές κινητοποιήσεις και τις απεργίες για το ασφαλιστικό. Τέλος, σημάδι φθοράς, αλλά και απόρροια της αναβάθμισης του ρόλου του στρατού και του Π. Καμμένου στο προσφυγικό, είναι και οι εσωτερικές τριβές (ΑΝΕΛ Εναντίον Μουζάλα, Τόσκα και Φίλη).

Η αντίστροφη μέτρηση δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα «πέσει» από στιγμή σε στιγμή. Για το αντίθετο, μάλιστα, συνηγορούν πολλαπλοί παράγοντες, πέρα από την πρόσφατη προσέγγιση με το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα: Η στήριξη του «χρήσιμου Τσίπρα» από τους Σόιμπλε και Σαπέν και η επιδίωξη του «διεθνούς παράγοντα» να εξασφαλιστεί η πολιτική σταθερότητα προκειμένου να εφαρμοστεί η Συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας στο προσφυγικό· η τακτική του «ώριμου φρούτου» που ακολουθεί η νέα ηγεσία της ΝΔ, αποφεύγοντας επιθετικές κινήσεις που να στηρίζουν το αίτημα για εκλογές, και εμμένοντας αντίθετα στη «διαχειριστική ανεπάρκεια» της κυβέρνησης (ομολογώντας, έτσι, τις συμπτώσεις στο περιεχόμενο της πολιτικής)· η συμμετοχή ή η ανοχή μέρους της καραμανλικής ΝΔ στο «σύστημα» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (Παυλόπουλος, Παπαγγελόπουλος, μίνι «ανταρσία» στην ψηφοφορία για τα ΜΜΕ)· και βεβαίως, το γεγονός ότι τα κοινωνικά στηρίγματα της κυβέρνησης εξακολουθούν να την ανέχονται ως το «μη χείρον». Στα συμφραζόμενα αυτά, η φθορά της κυβέρνησης ενισχύει τη ΝΔ, χωρίς οι απώλειες να εξισορροπούνται από (κεντρο)αριστερά αντίβαρα, ούτε όμως και να κεφαλαιοποιούνται από τη Λαϊκή Ενότητα ή την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Πόσο θα αρκέσουν αυτές οι «ανάσες» δεν είναι για την ώρα προβλέψιμο. Αφενός γιατί η εφαρμοσιμότητα της Συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας στο προσφυγικό δεν είναι εγγυημένη, αφετέρου γιατί, στο μέτωπο της οικονομίας, η όποια διεθνής στήριξη για την αντιμετώπιση του προσφυγικού δεν συνεπάγεται μείωση των δημοσιονομικών στόχων του Μνημονίου (πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ το 2018 και για χρόνια). Ακόμα δε κι αν αποδειχτεί εφικτός ένας πρόσκαιρος συμβιβασμός με το κουαρτέτο στο ζήτημα των συντάξεων, με τη λήψη «ισοδύναμων» μέτρων μακροπρόθεσμης απόδοσης, το δόγμα «δεν ανοίγει θέμα χρέους πριν από το 2025», που πρόσφατα επιβεβαίωσε ο υπουργός Ανάπτυξης, παραμένει ακλόνητο. Την ίδια στιγμή, οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες για μετατροπή της Ελλάδας σε διεθνές πρότυπο ανάπτυξης δεν επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα. Κατά την περίοδο της κρίσης στην Ελλάδα, και ελλείψει δημοσίων επενδύσεων, οι επενδύσεις σε υποδομές έπεσαν από το 3,7% του ΑΕΠ το 2006 στο 1,1% το 2015, ενώ μόνο φέτος, τα «λουκέτα» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 78%, συνθήκη που σημαίνει περαιτέρω συγκεντροποίηση κεφαλαίου προς τις κορυφές. Με τη λιτότητα να συνεχίζεται, η όποια υπόσχεση ανάπτυξης περιορίζεται στις ιδιωτικοποιήσεις – με την πώληση του ΟΛΠ, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και του Θριασίου Εμπορευματικού Κέντρου να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της κινεζικής COSCO.

Στα συμφραζόμενα αυτά, η συστημική προσαρμογή της κυβέρνησης ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες στο προσφυγικό, με την αναγόρευση της αντιπροσφυγικής Συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας σε διπλωματική επιτυχία, υπό το δίλημμα «Συμφωνία ή πολλές Ειδομένες», ενώ πρόκειται για όνειδος εφάμιλλο του τρίτου Μνημονίου. Η εξέλιξη αυτή, που συναντά ισχνές αντιδράσεις από το εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, ήταν προδιαγεγραμμένη από το φθινόπωρο. Στη δεύτερη θητεία της, και στην καλύτερη περίπτωση, η κυβέρνηση ανέλαβε ευθύνες για την υποδοχή προσφύγων προσβλέποντας (μάταια) σε κάποια ελάφρυνση του χρέους. Στη χειρότερη, η ίδια προσαρμόστηκε σε όλες τις εκδοχές της ευρωπαϊκής αντιπροσφυγικής πολιτικής: αποδέχτηκε τη στρατιωτικοποίηση (φράχτες, Frontex, NATO), πλειοδότησε στο «να τους πάρει η Τουρκία», και τελικά ξανάνοιξε τα στρατόπεδα, εκτελώντας πλέον μαζικές επαναπροωθήσεις «παράτυπων». Σε μια διαρκή προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ χωροφύλακα και αστυφύλακα, στο κυβερνητικό επιτελείο πρυτάνευσε η εκτίμηση ότι ένας εθνικός σχεδιασμός μέσης και μακράς διάρκειας θα αδυνάτιζε τη διαπραγματευτική θέση της χώρας απέναντι στην Ε.Ε., αν δεν αποτελούσε «σινιάλο» στους διακινητές. Προτιμήθηκε, λοιπόν, η εσκεμμένη ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού, η παράκαμψη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας για την εμπλοκή του ΝΑΤΟ και την υιοθέτηση της Συμφωνίας (και η επικύρωση αυτής της πολιτικής στο Συμβούλιο Αρχηγών), η ανάθεση των ροών σε ΜΚΟ και αλληλέγγυους και η εξάντληση της διαπραγματευτικής «δεινότητας» της χώρας στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι θετικές πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν στο μεταξύ (σχεδιασμός για τα προσφυγόπουλα στα σχολεία, κινητοποίηση του υγειονομικού μηχανισμού, δελτίο ειδήσεων στα αραβικά, διατίμηση προϊόντων, ενίσχυση πρωτοβουλιών έμπρακτης αλληλεγγύης) δεν αναιρούν το γεγονός ότι μια κυβέρνηση με αναφορά στην Αριστερά υλοποιεί μια συμφωνία που «τελειώνει» το προσφυγικό άσυλο στην Ευρώπη, εξ’ ου και διεθνείς ΜΚΟ τη χαρακτηρίζουν απάνθρωπη και αποτροπιαστική.

  1. Η Δικτύωση: μια απόπειρα συμβολής στην αντεπίθεση των κινημάτων και της Αριστεράς

Για μια παραδοσιακή αριστερή συλλογιστική, η αλλαγή παραδείγματος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τα μετεκλογικά αδιέξοδά της και η διαφαινόμενη εξάντληση του πολιτικού κεφαλαίου του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη συστημική προσαρμογή, είναι μια ευκαιρία για τη ριζοσπαστική Αριστερά που διαχώρισε τη θέση της: μια ευκαιρία να καλύψει αυτή το χώρο από τη μετακίνηση Τσίπρα προς το Κέντρο, αναλαμβάνοντας την εκπροσώπηση των στρωμάτων που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί πλέον να εκπροσωπεί αυθεντικά. Στην εκτίμηση αυτή συνηγορεί και η δημιουργία, στα δεξιά της ΝΔ, ενός αυταρχικού «λαϊκιστικού» μορφώματος από τους Καρατζαφέρη-Μπαλτάκο – συνθήκη που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από έναν «κινηματισμό» χωρίς πολιτικό διά ταύτα.

Η συλλογιστική αυτή έχει προφανείς δόσεις αλήθειας – έχει όμως και συγκεκριμένα όρια. Η αντιπαράθεση όλων των σχηματισμών της Αριστεράς, από κοινού, με τη μνημονιακή και την αντιπροσφυγική πολιτική της κυβέρνησης είναι υπαρξιακής σημασίας, εξ’ ου και οι στρατηγικές διαφορές δεν αναιρούν ούτε την ανάγκη, ούτε τις δυνατότητες της ενιαιομετωπικής δράσης. Επιπλέον, ακόμα και από στρατηγική σκοπιά, η διάλυση της Ευρωζώνης (με όρους αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης και όχι επιστροφής των εθνικών κρατών στις ισορροπίες τρόμου της περιόδου πριν τον Α’ Παγκόσμιο…), ή η έξοδος μιας χώρας όπως η Ελλάδα από αυτήν, πολύ δε περισσότερο ο κοινωνικός μετασχηματισμός ως σχέδιο που υλοποιείται από σήμερα, δεν μπορεί παρά να είναι υπόθεση αντικαπιταλιστικών κινημάτων και αντινεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων. Όμως, η εμπειρία της περιόδου 2012-2015 από τη μια, και η διαρκής ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, από την άλλη, μας έχουν πει πολλά για τα όρια που έχει, ιδίως στη συγκυρία της κρίσης, ένας αντιμνημονιακός κυβερνητισμός, αν αυτός δεν οικοδομεί παραδείγματα και υποκείμενα κοινωνικής αντεξουσίας – αν δηλαδή η ρήξη είναι περισσότερο προπαγάνδα, παρά οργανωμένο σχέδιο, με βιώσιμη προοπτική, χάρη στην εμπλοκή των πολλών.

Ο λόγος που το φιάσκο του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενισχύει σήμερα τη ριζοσπαστική Αριστερά είναι ότι αυτή τα πηγαίνει καλύτερα στην αποδόμηση των κυβερνώντων, με όλους τους σοβαρούς λόγους που υπάρχουν γι’ αυτήν, παρά στην οικοδόμηση της εναλλακτικής στην κυβερνητική-μνημονιακή πολιτική. Κι αυτό, τη στιγμή που η πρωτοφανής εμπλοκή εκατομμυρίων ανθρώπων στην έμπρακτη αλληλεγγύη στο προσφυγικό, δείχνει ότι ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός και η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περιόδου δεν έχουν εξατμιστεί: ότι υπάρχουν ευρύτατα τμήματα της κοινωνίας που θέλουν τα πράγματα «αλλιώς».

Χωρίς λοιπόν να αδιαφορούμε για την κρίση εκπροσώπησης, και δη στο όνομα ενός κινηματισμού «άνευ ετέρου», ως Δικτύωση θεωρούμε κρίσιμο για τη ριζοσπαστική Αριστερά να αλλάξει τη σειρά των προτεραιοτήτων της, ρίχνοντας περισσότερο βάρος, όχι πια στην υπόθεση του «πολιτικού πλαισίου» και στα «αιτήματα», αλλά στην υπόθεση της εναλλακτικής. Με τη σκέψη αυτή συμμετείχαμε στην Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στους Οικονομικούς και Πολιτικούς Πρόσφυγες, στην Αθήνα, και σε ανάλογες πρωτοβουλίες στη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις. Με την ίδια σκέψη, στο επόμενο διάστημα συγκροτούμε θεματικές ομάδες για την εμβάθυνση των προγραμματικών επεξεργασιών της κίνησης, προκειμένου η Δικτύωση να συμβάλει στη δημιουργία ενός Φόρουμ για την Εναλλακτική, με τη συμμετοχή συλλογικοτήτων από όλο το φάσμα του ανταγωνιστικού κινήματος. Για το λόγο αυτό, θα συστηματοποιήσουμε το διάλογο με άλλες δυνάμεις της Αριστεράς στην Ελλάδα. Και με τις ίδιες σκέψεις, τέλος, θα προσπαθήσουμε να βρούμε δρόμους συντονισμού με τα κινήματα στην Ευρώπη, την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή.

Τη στιγμή που η Ευρώπη «σκοτεινιάζει» και η Μέση Ανατολή ακόμα φλέγεται, ο δρόμος της Αριστεράς δεν είναι ούτε η εθνική αναδίπλωση, ούτε ο κοσμοπολίτικος ευρωκεντρισμός. Είναι η συγκρότηση μιας Νέας Αριστεράς, που περνά από την αντιπαράθεση, πρώτα και κύρια, με το «δικό μας» κράτος, το «δικό μας» κεφάλαιο και τη «δική μας» Ευρώπη. Είναι, ιδίως σήμερα, η αλληλεγγύη με τους πρόσφυγες, έξω από τους κυβερνητικούς τακτικισμούς και απέναντι στη Συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Αλλά και η κοινή δράση με όσες και όσους υφίστανται τα επίχειρα της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας της καπιταλιστικής Δύσης και των περιφερειακών συμμάχων της, αρχής γενομένης από τους τούρκους αντικαθεστωτικούς και την κουρδική αντίσταση στη Ροτζάβα.

Το κείμενο αποτελεί απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού της Δικτύωσης για τη Ριζοσπαστική Αριστερά-Ζωή Μετά (Λάρισα, 2.4.2016).

* Φωτο: καθιστική διαμαρτυρία στην πλατεία Καπιτωλίου της Τουλούζ, μια από τις πολλές σε ολόκληρη τη χώρα, ενάντια στη «μεταρρύθμιση» της εργατικής νομοθεσίας από την κυβέρνηση Ολάντ (από τη Libération).

Μνημόνιο, κρίση στην Ευρωζώνη, νέα Αριστερά και «ζωή μετά»: τέσσερα κείμενα της Δικτύωσης για τη Ριζοσπαστική Αριστερά

Κυκλοφόρησε η μπροσούρα της Δικτύωσης για τη Ριζοσπαστική Αριστερά, με 3+1 κείμενα για την αποτίμηση της πορείας της Αριστεράς και των κινημάτων στα χρόνια των μνημονίων, την πολιτική απέναντι στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη φυσιογνωμία, τη στρατηγική και τη μετωπική συμπόρευση της Αριστεράς στη νέα συγκυρία.

Η μπροσούρα είναι προϊόν της 1ης Πανελλαδικής Συνάντησης της Δικτύωσης, που έγινε στις 6 και 7 Φεβρουαρίου 2016 στη Θεσσαλονίκη. Στη συνάντηση αυτή συμμετείχαν συντρόφισσες και σύντροφοι από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, κυρίως πρώην μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από συλλογικότητες της αντιμνημονιακής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Σε δεύτερο χρόνο, τα κείμενα εμπλουτίστηκαν και από τοπικές συνελεύσεις που ακολούθησαν.

Λόγω του διμήνου που μεσολάβησε, από τα τέσσερα κείμενα λείπουν ορισμένες σοβαρές παράμετροι της νέας συγκυρίας, όπως π.χ. η απόλυτη θωράκιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στους πρόσφυγες και η καλπάζουσα παρακμή του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και στη μορφή αυτή, ωστόσο, πιστεύουμε ότι τα κείμενα διατηρούν το ενδιαφέρον τους για όσες και όσους αναζητούν το δρόμο για ένα μαζικό, ανταγωνιστικό κίνημα και μια νέα Αριστερά.

Η μπροσούρα κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο, αλλά και σε έντυπη μορφή, σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία σε διάφορες πόλεις.

Η Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά – Ζωή Μετά συγκροτεί πολιτική κίνηση

Η Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά-Ζωή Μετά πραγματοποίησε πανελλαδική προπαρασκευαστική συνάντηση στις 6 και 7 Φλεβάρη στη Θεσσαλονίκη με σημαντική συμμετοχή από πολλά μέρη της Ελλάδας.

Την πρώτη ημέρα, το ενδιαφέρον εστιάστηκε στην αποτίμηση των 5 χρόνων του Μνημονίου, της πορείας της αριστεράς και των κινημάτων. Η συζήτηση υπήρξε πλούσια και γόνιμη καθώς αναδείχθηκε η ανάγκη εμβάθυνσης της αυτοκριτικής για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά και σε επιμέρους σημεία. Ενδεικτικά, αναλύθηκαν οι ακόλουθες παράμετροι: η διαμόρφωση ενός λόγου ομαλότητας ο οποίος δεν προετοίμαζε την κοινωνία για τη διαδικασία και τις συνέπειες της ρήξης, το έλλειμμα επεξεργασίας συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων που να αρθρώνονται σε μια συνεκτική στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού και ο αστικός τρόπος με τον οποίο συνέχισε να ασκείται η κυβερνητική πολιτική από την πρώτη στιγμή της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Ταυτόχρονα, έγινε αποδεκτό ότι η συντηρητική στροφή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν αναχαιτίστηκε από το κόμμα καθώς ένα μεγάλο τμήμα του ενσωματώθηκε στην κυβερνητική μηχανή, ενώ οι συλλογικές διαδικασίες είχαν ήδη ατροφήσει πριν την άνοδο στην εξουσία με τη συνακόλουθη μετατόπιση στον αρχηγισμό, τη λήψη αποφάσεων σε κλειστούς κύκλους αλλά και την ακούσια/εκούσια σίγαση των ριζοσπαστικών φωνών μπροστά στο κοινό επίδικο της διαπραγμάτευσης. Δυστυχώς, ούτε τα κοινωνικά κινήματα μπόρεσαν να ελέγξουν αυτή τη διολίσθηση όχι μόνο λόγω της λογικής της ανάθεσης που κάθε κόμμα εξουσίας προκαλεί στο κοινωνικό πεδίο, αλλά και λόγω αδυναμιών μόνιμης κοινωνικής αυτοθέσμισης.

Continue reading «Η Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά – Ζωή Μετά συγκροτεί πολιτική κίνηση»

Eκδήλωση της «Δικτύωσης» και στην Πρέβεζα (βίντεο: οι παρεμβάσεις των Η. Χάιδα και Χ. Λάσκου)

Tο Σάββατο 5 Δεκεμβρίου, η Πρωτοβουλία για μια Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς διοργάνωσε εκδήλωση στην Πρέβεζα, στο χώρο του Εμπορικού Επιμελητηρίου, με τίτλο «Η ζωή μετά το Μνημόνιο 3: συγκυρία, Αριστερά, κίνημα».

Την εκδήλωση άνοιξε ο πρώην συντονιστής της Νομαρχιακής Οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ Πρέβεζας, Ηλίας Χάιδας, με μια ανασκόπηση της πορείας από τη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου. Στη συνέχεια, ο Χρήστος Λάσκος επισήμανε στιγμές της διαδρομής του ΣΥΡΙΖΑ προς την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας που οδήγησαν στη μνημονιακή συνθηκολόγηση της κυβέρνησης και τη σημερινή αποδιάρθρωση του κόμματος, επισημαίνοντας ότι ο δρόμος που υποδείκνυαν τα συνεδριακά κείμενα του κόμματος δεν ακολουθήθηκε ποτέ.

Την εκδήλωση παρακολούθησαν πρώην και νυν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και στελέχη της Λαϊκής Ενότητας Πρέβεζας και Λευκάδας (ρεπορτάζ και φωτογραφίες εδώ).

Τι είναι και τι θέλει η «Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς»

Προς την πολιτική συγκρότηση της ριζοσπαστικής αριστεράς – Εισηγητικό κείμενο της συνέλευσης Δικτύωσης Θεσσαλονίκης στο δρόμο για την πανελλαδική συνδιάσκεψη:

Πρόκειται για ένα πολιτικο-κοινωνικό εγχείρημα που ξεκίνησε μετά τις πραξικοπηματικού τύπου μεθοδεύσεις της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ που αγνόησαν τόσο την παρακαταθήκη αντίστασης που εκφράστηκε στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου όσο και όλες τις προσπάθειες δημοκρατικού ελέγχου στο πλαίσιο των συλλογικών οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ. Οι συγκεκριμένες εξελίξεις αποτελούν τομή καθώς μετέτρεψαν το ΣΥΡΙΖΑ από εκφραστή κοινωνικών αντιστάσεων και όχημα για την κοινωνική χειραφέτηση σε διαχειριστή της κυρίαρχης κανονικότητας επιβάλλοντας τη ρητορική ότι δεν υπήρχε/υπάρχει άλλη λύση.

Continue reading «Τι είναι και τι θέλει η «Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς»»

Υπάρχει ζωή μετά: Ουσιαστική η εκδήλωση της Πρωτοβουλίας για μια Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στην ΑΣΟΕΕ

Η επιτυχία της εκδήλωσης με θέμα: «Η ζωή μετά το Μνημόνιο 3: συγκυρία, Αριστερά, κίνημα», που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία για μια Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς την Παρασκευή 23/10 στην ΑΣΟΕΕ, λίγες μέρες μετά την εξίσου επιτυχημένη αντίστοιχη εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνει ότι η “ζωή μετά” ήδη ξεκίνησε: ότι εκατοντάδες άνθρωποι που υποστήριξαν το εγχείρημα της πρώτης μεταπολεμικής αριστερής κυβέρνησης στην Ευρώπη δεν θεωρούν σήμερα μοιραία τη συνθηκολόγησή της με τους “θεσμούς”, ούτε αντίστοιχα τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ – κι ότι, αντίθετα, αναζητούν ήδη τρόπους οργάνωσης της αντίστασης και δρόμους ανασύνθεσης της Αριστεράς. Επιπλέον, η ανταπόκριση και οι παρεμβάσεις όλων σχεδόν των τάσεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς βεβαιώνουν ότι, στην εποχή που εγκαινιάζει το τρίτο Μνημόνιο, μια νέα κουλτούρα συντροφικότητας θα ενισχύσει τις, ούτως ή άλλως υπαρκτές, δυνατότητες κινηματικού συντονισμού και ανάληψης πολιτικών πρωτοβουλιών.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με την παρέμβαση του Ηλία Χρονόπουλου, που τόνισε την ανάγκη να συνεχιστεί η συζητηση για τα αίτια της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, με διάθεση αυτοκριτικής, αλλά και συμβολής στη στρατηγική μιας νέας Αριστεράς. Μια τέτοια στρατηγική έχει να αναμετρηθεί με την συνήθως ελλιπή κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού, τα ανελαστικά όρια για την άσκηση αριστερής πολτικής μέσα στη ζώνη του ευρω, τη συνήθη υποτίμηση του διεθνισμού όπως και του ζητήματος της πολιτικής εξουσίας από τμήματα της Αριστεράς – αλλά και με το πιο επείγον: την αποτελεσματική οργάνωση της κοινωνίας σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, με τα μέτωπα των πλειστηριασμών, του ασφαλιστικού και των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά και του προσφυγικού, να ορίζουν τις προτεραιότητες.

Η Ηρώ Διώτη, στη συνέχεια, διατύπωσε τα ερωτητήματα με τα οποία έχει να αναμετρηθεί η ριζοσπαστική Αριστερά στη συγκυρία που εγκαινίασε η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ: Μπορεί η Αριστερά να διεκδικεί ακόμα την κυβέρνηση σε ένα τόσο εχθρικό διεθνές πλαίσιο; Πώς μπορεί ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απεμπλακεί από αυτήν, με δεδομένο ένα πλέγμα γραϕειοκρατίας, οδηγιών και συνθηκών που καθιστούν απαγορευτική την αποδέσμευση; Μπορεί η σύγκρουση στο εσωτερικό της Αριστεράς να αφορά αποκλειστικά το νόμισμα; Πώς μπορεί να προχωρήσει κανείς στην περιβόητη παραγωγική ανασυγκρότηση με δεδομένους τους όρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ή συμφωνιών τύπου TTIP; Αρκεί, τέλος, μια πολιτική της Αριστεράς στον άξονα κεφάλαιο-εργασία, όταν εκτός από την εργασία, το μοντέλο ανάπτυξης εξαφανίζει και τους ϕυσικούς πόρους στον πλανήτη;

Εστιάζοντας στην παρουσία της ριζοσπαστικής Αριστεράς στους χώρους της νεολαίας, η Αλίκη Κοσυφολόγου τόνισε την ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος συλλογικής παρέμβασης στο Πανεπιστήμιο, με την υπεράσπιση των διαδικασιών στους συλλόγους, αλλά και το άνοιγμα του πεδίου για συμμετοχή, καθώς καιι την ενθάρρυνση των αυτοδιαχειριστικών πρωτοβουλιών που παίρνουν φοιτητές και φοιτήτριες σε πολλές σχολές. Αντίστοιχα, υπάρχει ανάγκη να αντιμεωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις στην οργάνωση των νέων εργαζομένων, με την υπέρβαση των παραδοσιακών μορφών συνδικαλισμού που δεν «χωρούν» τους νέους και τις νέες που εργάζονται σήμερα, αλλά και την αντιμετώπιση εκφυλιστικών φαινομένων στο εσωτερικό των πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς (ιεραρχίες και συγκεντρωτισμός, εσωτερικοί ανταγωνισμοί, καχυποψία, έλλειμμα συντροφικότητας).

Τον κύκλο των εισηγήσεων έκλεισε ο Χρήστος Λάσκος, επισημαίνοντας την ανάγκη της αυτοκριτικής ακόμα και για τις παραλείψεις μελών του ΣΥΡΙΖΑ που βρέθηκαν σε θέσεις ευθύνης στο διάστημα της πρώτης διακυβέρνησης. Ο ίδιος τόνισε ότι προσφέρουν κακές υπηρεσίες στην Αριστερά όσοι σήμερα υπερασπίζονται το τέλος της αντίθεσης στο μνημόνιο, στο βαθμό που ισχύει στο ακέραιο η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα ότι το μνημόνιο συνιστά πρόγραμμα ριζικής και καταστροφικής “αναμόρφωσης” της κοινωνίας, από το οποίο εξαρτώνται όλες οι σημαντικές αποφάσεις για την οικονομία. Σε ό,τι αφορά τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς, σημείωσε ότι θα προσυπέγραφε οποιοδήποτε άποψη για σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωρίζοντας όμως ότι η θέση της εξόδου δεν υποκαθιστά την ανάγκη ενός μεταβατικού προγράμματος σύγκρουσης με το ελληνικό κεφάλαιο. Τέλος, επισήμανε ότι οι ιδεολογικές διαφορές των διαφόρων ρευμάτων της Αριστεράς δεν εμποδίζουν επ’ουδενί τη δημιουργία ενός μετώπου αντίστασης στο τρίτο μνημόνιο, στο οποίο η Δικτύωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς επιδιώκει να συμβάλει.

Επόμενο βήμα της Πρωτοβουλίας θα είναι η πανελλαδική της συνάντηση μέσα στον Δεκέμβριο, ενόψει της οποίας ήδη προετοιμάζονται εκδηλώσεις σε μεγάλες πόλεις.

Με λιγότερες βεβαιότητες αλλά όχι από το μηδέν ξεκινά η Δικτύωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Την οργάνωση της ζωής μετά το τρίτο μνημόνιο επιχειρεί η Δικτύωση για την Ριζοσπαστική Αριστερά με την πρώτη εκδήλωση της που πραγματοποιήθηκε χθες στην Θεσσαλονίκη να έχει μεγάλη συμμετοχή κόσμου από όλες τις τάσεις και τις αποχρώσεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στην εκδήλωση που έγινε με την υποστήριξη του Rednotebook.gr ομιλητές ήταν η Ηρώ Διώτη, ο Ηλίας Ιωακείμογλου και ο Νίκος Γιαννόπουλος. Την συζήτηση άνοιξε και συντόνιζε ο Χρήστος Λάσκος.

Με λιγότερες βεβαιότητες

Στην πρώτη αυτή συζήτηση κατατέθηκαν οι απόψεις δεκάδων ατόμων για τις αιτίες της συνθηκολόγησης της πρώτης μεταπολεμικής κυβέρνησης μετά το συντριπτικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, τα ζητήματα της εσωκομματικής δημοκρατίας που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην διάσπαση αλλά και την τωρινή προσαρμογή σε μια πολιτική εμπέδωσης του ΤΙΝΑ (There is no alternative). Επιπλέον εκφράστηκε η ανάγκη για την παρουσία της ριζοσπαστικής Αριστεράς στο νέο πολιτικό τοπίο και της σταδιακής οργάνωσής της μέσω μιας δικτύωσης που θα προσπαθεί να ενισχύει τις αντιστάσεις και τα κινήματα προκειμένου να μην επικρατήσει το δόγμα της απουσίας εναλλακτικής και η απογοήτευση. Με λιγότερες βεβαιότητες η προσπάθεια αυτή ξεκινά ουσιαστικά από την μέση και όχι από την αρχή έχοντας στις αποσκευές της την μέχρι σήμερα εμπειρία των όσων συνέβησαν τα τελευταία χρόνια.

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί

Τις βάσεις της συζήτησης έθεσε ο Χρήστος Λάσκος εκφράζοντας την άποψη ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που τον έφερε και στην κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015 δεν ήταν προβληματικό, όπως συχνά ακούγεται, αλλά δεν επιχειρήθηκε καν καθώς κανένας από τους βασικούς πυλώνες του δεν μπήκε σε εφαρμογή (κατάργηση μνημονιακών ρυθμίσων, δημόσιος έλεγχος τραπεζών κ.α)

Ο ίδιος άσκησε επίσης κριτική στη “διαχειριστική αντίληψη” που επικράτησε στην κυβέρνηση λέγοντας ότι πρόκειται για μια πολύ παλιά και όχι νέα αντίληψη που ενώ όσοι την υποστηρίζουν ισχυρίζονται πως αποτελεί τρόπο άσκησης αριστερής πολιτικής και μεταβολής των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών, έχει στην πραγματικότητα ως αποτέλεσμα την διατήρηση των συσχετισμών στα ίδια επίπεδα.

Αυτονόμηση της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ

Την εκτίμησή της για το πως φτάσαμε στη συνθηκολόγηση της 12 Ιούλη παρουσίασε η Ηρώ Διώτη, αναφέροντας μια σειρά λανθασμένων πεποιθήσεων που επικράτησαν στον ΣΥΡΙΖΑ όπως ότι “μπορεί να γίνουν αλλαγές εντός αυτής της ευρωζώνης και να αμφισβητηθεί το σκληρό δημοσιονομικό πλαίσιο και η επιτροπεία”. Σύμφωνα με την ίδια, ήταν φανερή τόσο η έλλειψη προετοιμασίας ενός εναλλακτικού σχεδίου σε περίπτωση αποτυχίας της στρατηγικής ενώ όπως πρόσθεσε ακόμη και η απειλή ενός grexit με «δικούς μας όρους» ποτέ δεν χρησιμοποίηθηκε ως όπλο. Επιπλέον αναφέρθηκε σε διαδικασίες αποκλεισμού του κόσμου του κόμματος και των συλλογικών του οργάνων από την πραγματική γνώση της κατάστασης αλλά και στην πλήρη αυτονόμηση της ηγετικής ομάδας η οποία δεν υπόκεινταν σε απολογισμό και τελικά δε συγκρούστηκε σε κομβικά κεντρικοπολιτικά ζητήματα όπως οι τράπεζες ούτε όμως και με νοοτροπίες ενός συστήματος διακυβέρνησης 35 χρόνων.

Να σπάσουμε το δόγμα της TINA

“Ο δρόμος που επιλέχτηκε ερήμην του κόμματος, ερήμην του προγράμματος μας, ερήμην των όσων λεγαμε , ερήμην του κινήματος που μας έφερε ως εδώ, και ερήμην των συλλογικών διαδικασιών ήταν λάθος και καταστροφικός” τόνισε ακόμη η Η. Διώτη επισημαίνοντας πως η κυβέρνηση ακόμη και τώρα αντί να μπει σε μια φάση διόρθωσης και αναστοχασμού και συζήτησης τι δεν πηγε καλά συνέχιζε και συνεχίζει σαν όλα να γίνονται σύμφωνα με το σχέδιο. Όσον αφορά το ερώτημα “τι να κάνουμε” δήλωσε πως “μετά και τις εκλογές του Σεπτέμβρη και την αποδοχή από τον κόσμο του διλήμματος της καλύτερης διαχείρισης του μνημονίου, έχει πολύ μεγάλη σημασία να βρούμε τρόπους να ακούγεται η άποψή μας που έχει συνθλίβεται με την υπογραφή της συμφωνίας και την διαβεβαίωση ότι θα την τηρήσουμε κατά γράμμα”. Εξαιρετικά σημαντικό είναι να σπάσει η αποδοχή του δόγματος ότι δεν υπάρχουν λύσεις εναλλακτικές και στο κεντρικό πολιτικό, αλλά και στο κοινωνικό. “Με αυτή την κίνηση, από κάτω προς τα πάνω υπάρχουν ελπίδες να ανοίξουν δρόμοι που τώρα μοιάζουν κλειστοί” σημείωσε ακόμη.

Υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε;

Σύμφωνα με τον Η. Ιωακείμογλου στην ιστορική αυτή συγκυρία πρέπει κανείς να απαντήσει σε 2 ερωτήματα. Αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε και με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει αυτό.

Για να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα ο Η. Ιωακείμογλου αναφέρθηκε στην εξής συνθήκη και ανάλυση η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, μας έφεραν έως εδώ:

Σε όλη την Ευρώπη το αναπτυγμένο καπιταλιστικό σύστημα περνά κρίση πολιτικής ηγεμονίας και αυτό γιατί ενώ η αστική τάξη έχει το πάνω χέρι δεν μπορεί να παρουσιάσει ότι το σχέδιό της εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Ουσιαστικά η πολιτική που ασκείται έχει ως στόχο την περαιτέρω δέσμευση της εργασίας μας, έχει ως στόχο να απαλλοτριώσει το παρών αλλά και το μέλλον μας. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού ούτε διάθεση από την πλευρά του κεφαλαίου να λύσει το ζήτημα.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν το αποτέλεσμα μιας πορείας των υποτελών τάξεων που ξεκίνησε από το 2008, ήταν επομένως μια βραχεία διαδικασία.

Η Ελλάδα στην κρίση αυτή αποτέλεσε τον αδύνατο κρίκο της ευρωζώνης καθώς το επίπεδο της οργανωμένης Αριστεράς ήταν πιο υψηλό σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης που ο νεοφιλελευθερισμός σάρωσε την πολιτικοποίηση.

Ξεκινάμε από την αρχή αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι

“Σήμερα 6 χρόνια μετά μπορεί να ξεκινάμε από την αρχή αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι έχουμε συσσωρεύσει ικανότητας και έχουμε την ευκαιρία να λογαριαστούμε με αυταπάτες του παρελθόντος” τόνισε ακόμη αναφέροντας α) την έλλειψη ανάλυσης με όρους κοινωνικών τάξεων, β) τον αριστερό ευρωπαίσμό που επικράτησε και τον ισχυρισμό πως η Ε.Ε. αποτελεί μια μεγάλη ιδέα που αφήνει πίσω της τον φασισμό και τον ρατσισμό και γ) την αυταπάτη πως η επιτάχυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου θα οδηγήσει σε ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας.

Στην σημερινή κρίση όλες οι εκτιμήσεις καταλήγουν πως η ανάπτυξη θα είναι εξαιρετική βραδεία στα όρια της στασιμότητας, η ανεργία δεν θα μπορεί αν μειωθεί, οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί και τα κέρδη των επιχειρήσεων υψηλά, συνθήκη που φτιάχνει ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης που θυμίζει τον 19ο αιώνα.

Στο ερώτημα τι να κάνουμε ο Η. Ιωακείμογλου πρότεινε την μορφή ενός πολιτικού μετώπου στο οποίο θα συμμετέχουν ισότιμα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις που θα μπορούν να έχουν την δική τους ξεχωριστή αντίληψη και με ελάχιστο παρονομαστή την αντιμνημονιακή κατεύθυνση στα πλαίσια της Αριστεράς. “Αυτό που χρειαζόμαστε, είναι ένας πολιτικός οργανισμός που θα μπορεί να προστατεύσει και να στηρίξει οργανωτικές δομές αλληλεγγύης και να υπερασπιστεί τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις όχι αναθέτοντας τον ρόλο αυτό σε μια κυβέρνηση που θα κατακτήσει την εξουσία αλλά στο εδώ και τώρα” δήλωσε.

Η άνοιξη της Αριστεράς έκλεισε με βίαιο τρόπο

Ο Ν. Γιαννόπουλος επεσήμανε πως το δημοψήφισμα και η “προδοσία” που ακολούθησε έκλεισε βίαια μια ορισμένη “άνοιξη της Αριστεράς” προκάλεσε “οργή και απογοήτευση η οποία δεν εκφράστηκε από την αποχή ούτε όμως και από την ΛΑΕ” διευκρινίζοντας πως υπάρχουν πολλαπλές εκφράσεις του ΟΧΙ και υπόγεια ρεύματα ακόμη και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Εκτίμησε ακόμη πως τμήματα της Αριστεράς αλλά και έξω από αυτήν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ για “να μην επιστρέψει η δεξιά και για μια ήπια μνημονιακή διαχείριση στα πλαίσια της απώλειας των ελπίδων και της επικράτησης του ρεαλισμού”.

“Το πολιτικό σκηνικό μετά τις εκλογές μετατοπίστηκε δεξιά από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ που από το 2012 μέχρι το 2015 κατάφερε να το στρέψει προς τα Αριστερά” σημείωσε ακόμη προσθέτοντας πως “ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μεταλλαχθεί και από πολιτικό κόμμα σε κόμμα οπαδών”. “Η μνημονιακή πολιτική και η ψήφιση μέτρων λιτότητας δεν μπορεί να συνδυαστεί με καμία σοβαρή πολιτική για τα δικαιώματα και την δημοκρατία” είπε ακόμη.

Να θέσουμε ξανά τα ερωτήματα

“Μετά την ηθική αξιακή, οργανωτική, ιδεολογική και πνευματική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ” αυτό που χρειάζεται για το Ν. Γιαννόπουλο είναι η αξιοποίηση της πρωτοφανούς ευρωπαϊκής εμπειρίας. Με δεδομένο ότι ο παγκόσμιος συσχετισμός είναι συντριπτικός η μάχη δεν θα είναι εύκολη αλλά θα πρέπει να δοθεί.

Τέλος τόνισε πως δεν είναι αυτοσκοπός να είναι η Αριστερά στην κυβέρνηση, πως πρέπει να τεθούν ξανά όλα τα ερωτήματα (και της εξόδου από το ευρώ) και κατέληξε λέγοντας πως απαραίτητο για την νέα αυτή πανελλαδική πρωτοβουλία είναι τόσο η εμπλοκή του κόσμου σε κινηματικές δράσεις, ο κινηματικός συντονισμός απέναντι στα επίδικα της συγκυρίας (προσφυγικό, πλειστηριασμοί κ.α) όσο και η πολιτική γενίκευση δηλαδή η στόχευση στο κεντρικοπολιτικό πεδίο.

πηγή: alterthess.gr